Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποδαύλιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποδαυλίζω, η προσθήκη έντασης, η πυροδότηση συχνά με ύπουλο τρόπο, εκ του αφανούς, αλλά και φανερά, η προσπάθεια να οδηγηθεί κάποιος ή κάποιοι σε αναστάτωση, ξεσηκωμό, η εμπρηστική υποκίνηση, το να ρίχνει κάποιος λάδι στη φωτιά Βικιλεξικό
    • η υποδαύλιση της αντιπαράθεσης δυτικού και μουσουλμανικού κόσμου

Ετυμολογία

υποδαύλιση < υποδαυλίζω + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυποδαύλισηυποδαυλίσεις
Γενικήυποδαύλισηςυποδαυλίσεων
Αιτιατικήυποδαύλισηυποδαυλίσεις
Κλητικήυποδαύλισηυποδαυλίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →