υποδηλώνω
•
- δηλώνω έμμεσα ή συγκαλυμμένα Βικιλεξικό
- δηλώνω ένα ποσό ή μια μέτρηση κάτω από το κανονικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποδηλώνω < αρχαία ελληνική ὑποδηλόω / ὑποδηλῶ < ὑπο- + δηλόω / δηλῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποδηλώνω | υποδηλώνεις | υποδηλώνει | υποδηλώνουμε | υποδηλώνετε | υποδηλώνουν / υποδηλώνουνε |
| Παρατατικός | υποδήλωνα | υποδήλωνες | υποδήλωνε | υποδηλώναμε | υποδηλώνατε | υποδήλωναν / υποδηλώναν / υποδηλώνανε |
| Αόριστος | υποδήλωσα | υποδήλωσες | υποδήλωσε | υποδηλώσαμε | υποδηλώσατε | υποδήλωσαν / υποδηλώσαν / υποδηλώσανε |
| Μέλλοντας | θα υποδηλώνω / θα υποδηλώσω | θα υποδηλώνεις / θα υποδηλώσεις | θα υποδηλώνει / θα υποδηλώσει | θα υποδηλώνουμε / θα υποδηλώσουμε | θα υποδηλώνετε / θα υποδηλώσετε | θα υποδηλώνουν / θα υποδηλώνουνε / θα υποδηλώσουν / θα υποδηλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποδηλώσει | έχεις υποδηλώσει | έχει υποδηλώσει | έχουμε υποδηλώσει | έχετε υποδηλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποδηλώσει | είχες υποδηλώσει | είχε υποδηλώσει | είχαμε υποδηλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποδηλώσει / να υποδηλώνω / να υποδηλώσω | να έχεις υποδηλώσει / να υποδηλώνεις / να υποδηλώσεις | να έχει υποδηλώσει / να υποδηλώνει / να υποδηλώσει | να έχουμε υποδηλώσει / να υποδηλώνουμε / να υποδηλώσουμε | να έχετε υποδηλώσει / να υποδηλώνετε / να υποδηλώσετε | να υποδηλώνουν / να υποδηλώνουνε / να υποδηλώσουν / να υποδηλώσουνε |
| Προστακτική | — | υποδήλωνε / υποδήλωσε | — | — | υποδηλώνετε / υποδηλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →