Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποδιαίρεση

/i.po.ðiˈe.ɾe.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαίρεση ενός στοιχείου σε μικρότερα σε συνδυασμό με την κατηγοριοποίησή τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποδιαίρεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑποδιαίρε(σις) (< υποδιαιρῶ) + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε υπο- + διαίρεση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυποδιαίρεσηυποδιαιρέσεις
Γενικήυποδιαίρεσηςυποδιαιρέσεων
Αιτιατικήυποδιαίρεσηυποδιαιρέσεις
Κλητικήυποδιαίρεσηυποδιαιρέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →