υποδιαίρεση
•
- η διαίρεση ενός στοιχείου σε μικρότερα σε συνδυασμό με την κατηγοριοποίησή τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποδιαίρεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑποδιαίρε(σις) (< υποδιαιρῶ) + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε υπο- + διαίρεση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποδιαίρεση | υποδιαιρέσεις |
| Γενική | υποδιαίρεσης | υποδιαιρέσεων |
| Αιτιατική | υποδιαίρεση | υποδιαιρέσεις |
| Κλητική | υποδιαίρεση | υποδιαιρέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →