υποδόση
•
- νεολογισμόςτμήμα κάποιας δόσης Βικιλεξικό
- Εμπλοκή παρουσιάστηκε στην εκταμίευση της υποδόσης του 1 δισ. ευρώ, καθώς παραμένει μια εκκρεμότητα στο θέμα της ανακοστολόγησης των διαγνωστικών εξετάσεων. (*)
Ετυμολογία
υποδόση < υπο- + δόση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποδόση | υποδόσεις |
| Γενική | υποδόσης | υποδόσεων |
| Αιτιατική | υποδόση | υποδόσεις |
| Κλητική | υποδόση | υποδόσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →