Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δόση

/ˈðo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικονομίακαθένα από τα τμήματα της τμηματικής απόδοσης ενός συνόλου (ποσού, οφειλής κ.λπ.) Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηοτιδήποτε δίνεται ή γίνεται σταδιακά, σε μικρότερα τμήματα Βικιλεξικό
  3. ειδικότεραη ορισμένη ποσότητα από κάποιο φάρμακο που πρέπει να λάβει ένας ασθενής Βικιλεξικό
  4. ειδικότεραη ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που λαμβάνει κάποιος χρήστης ναρκωτικών Βικιλεξικό
  5. ειδικότεραη ποσότητα ενός υλικού που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στη μαγειρική ή ζαχαροπλαστική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δόση < στη σημασίαδόσιμο, κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική δόσις → δείτε τη λέξη δίδωμι : σε άλλες σημασίες: < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δόις και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dose

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδόσηδόσεις
Γενικήδόσηςδόσεων
Αιτιατικήδόσηδόσεις
Κλητικήδόσηδόσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →