δόση
•
- οικονομίακαθένα από τα τμήματα της τμηματικής απόδοσης ενός συνόλου (ποσού, οφειλής κ.λπ.) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοτιδήποτε δίνεται ή γίνεται σταδιακά, σε μικρότερα τμήματα Βικιλεξικό
- ειδικότεραη ορισμένη ποσότητα από κάποιο φάρμακο που πρέπει να λάβει ένας ασθενής Βικιλεξικό
- ειδικότεραη ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που λαμβάνει κάποιος χρήστης ναρκωτικών Βικιλεξικό
- ειδικότεραη ποσότητα ενός υλικού που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στη μαγειρική ή ζαχαροπλαστική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δόση < στη σημασίαδόσιμο, κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική δόσις → δείτε τη λέξη δίδωμι : σε άλλες σημασίες: < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δόις και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dose
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δόση | δόσεις |
| Γενική | δόσης | δόσεων |
| Αιτιατική | δόση | δόσεις |
| Κλητική | δόση | δόσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →