υποκατάστατο
•
- οτιδήποτε μπορεί να υποκαταστήσει ή να αναπληρώσει κάτι άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποκατάστατο < ελληνιστική κοινή ὑποκατάστατον, ουδέτερο του ὑποκατάστατος ((σημασιολογικό δάνειο) γερμανική Ersatz)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποκατάστατο | υποκατάστατα |
| Γενική | υποκατάστατου | υποκατάστατων |
| Αιτιατική | υποκατάστατο | υποκατάστατα |
| Κλητική | υποκατάστατο | υποκατάστατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →