υποκείμενος
•
- που υπόκειται σε κάτι, που βρίσκεται σε θέση τέτοια ώστε να επηρεαστεί από κάτι Βικιλεξικό
- όλα τα υλικά αντικείμενα είναι υποκείμενα στη φθορά
- που βρίσκεται από κάτω, σε μεγαλύτερο βάθος Βικιλεξικό
- Oι αρχαιολόγοι αποχωρίζουν τις αποθέσεις αυτές από το υπόλοιπο στρώμα στο οποίο βρέθηκαν ή από το αμέσως υπερκείμενο ή υποκείμενο στρώμα (από το λήμμα Στρωματογραφία της Βικιπαίδειας)
- μεταφορικάπου δεν είναι άμεσα ορατός ή δεν εκδηλώνεται ολοφάνερα Βικιλεξικό
- τα υποκείμενα συναισθήματα
- υποκείμενο νόσημα
Ετυμολογία
υποκείμενος < μετοχή παθητικού παρακειμένου υπόκειμαι
Άλλοι τύποι
υποκείμεναυποκείμενευποκείμενεςυποκείμενηυποκείμενηςυποκείμενουποκείμενοιυποκείμενοςυποκείμενουυποκείμενουςυποκείμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →