υποκινητικός
•
- που έχει σχέση με υποκίνηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποκινητικός < υποκινώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υποκινητικός | υποκινητική | υποκινητικό |
| Γενική | υποκινητικού | υποκινητικής | υποκινητικού |
| Αιτιατική | υποκινητικό | υποκινητική | υποκινητικό |
| Κλητική | υποκινητικέ | υποκινητική | υποκινητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υποκινητικοί | υποκινητικές | υποκινητικά |
| Γενική | υποκινητικών | υποκινητικών | υποκινητικών |
| Αιτιατική | υποκινητικούς | υποκινητικές | υποκινητικά |
| Κλητική | υποκινητικοί | υποκινητικές | υποκινητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →