υποκινώ
•
- προκαλώ (ή προσπαθώ να προκαλέσω) κάτι κινούμενος παρασκηνιακά και αφανώς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποκινώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑποκινῶ, συνηρημένος τύπος του ὑποκινέω < ὑπό + κινέω / κινῶ (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική inciter)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποκινώ | υποκινείς | υποκινεί | υποκινούμε | υποκινείτε | υποκινούν / υποκινούνε |
| Παρατατικός | υποκινούσα | υποκινούσες | υποκινούσε | υποκινούσαμε | υποκινούσατε | υποκινούσαν / υποκινούσανε |
| Αόριστος | υποκίνησα | υποκίνησες | υποκίνησε | υποκινήσαμε | υποκινήσατε | υποκίνησαν / υποκινήσαν / υποκινήσανε |
| Μέλλοντας | θα υποκινήσω / θα υποκινώ | θα υποκινήσεις / θα υποκινείς | θα υποκινήσει / θα υποκινεί | θα υποκινήσουμε / θα υποκινούμε | θα υποκινήσετε / θα υποκινείτε | θα υποκινήσουν / θα υποκινήσουνε / θα υποκινούν / θα υποκινούνε |
| Παρακείμενος | έχω υποκινήσει | έχεις υποκινήσει | έχει υποκινήσει | έχουμε υποκινήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποκινήσει | είχες υποκινήσει | είχε υποκινήσει | είχαμε υποκινήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποκινήσει / να υποκινήσω / να υποκινώ | να έχεις υποκινήσει / να υποκινήσεις / να υποκινείς | να έχει υποκινήσει / να υποκινήσει / να υποκινεί | να έχουμε υποκινήσει / να υποκινήσουμε / να υποκινούμε | να υποκινήσετε / να υποκινείτε | να υποκινήσουν / να υποκινήσουνε / να υποκινούν / να υποκινούνε |
| Προστακτική | — | υποκίνησε | — | — | υποκινήστε / υποκινείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υποκινήθηκαυποκινούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →