υποκλέπτω
•
- κλέβω, υφαρπάζω ή αποσπώ κάτι από κάποιον με δόλιο τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποκλέπτω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑποκλέπτω (αρχαία ελληνική ὑποκλέπτομαι) < ὑπό + κλέπτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποκλέπτω | υποκλέπτεις | υποκλέπτει | υποκλέπτουμε | υποκλέπτετε | υποκλέπτουν / υποκλέπτουνε |
| Παρατατικός | υπέκλεπτα | υπέκλεπτες | υπέκλεπτε | υποκλέπταμε | υποκλέπτατε | υπέκλεπταν / υποκλέπταν / υποκλέπτανε |
| Αόριστος | υπέκλεψα | υπέκλεψες | υπέκλεψε | υποκλέψαμε | υποκλέψατε | υπέκλεψαν / υποκλέψαν / υποκλέψανε |
| Μέλλοντας | θα υποκλέπτω / θα υποκλέψω | θα υποκλέπτεις / θα υποκλέψεις | θα υποκλέπτει / θα υποκλέψει | θα υποκλέπτουμε / θα υποκλέψουμε | θα υποκλέπτετε / θα υποκλέψετε | θα υποκλέπτουν / θα υποκλέπτουνε / θα υποκλέψουν / θα υποκλέψουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποκλέψει | έχεις υποκλέψει | έχει υποκλέψει | έχουμε υποκλέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποκλέψει | είχες υποκλέψει | είχε υποκλέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποκλέψει / να υποκλέπτω / να υποκλέψω | να έχεις υποκλέψει / να υποκλέπτεις / να υποκλέψεις | να έχει υποκλέψει / να υποκλέπτει / να υποκλέψει | να έχουμε υποκλέψει / να υποκλέπτουμε / να υποκλέψουμε | να υποκλέπτετε / να υποκλέψετε | να υποκλέπτουν / να υποκλέπτουνε / να υποκλέψουν / να υποκλέψουνε |
| Προστακτική | — | υπόκλεπτε / υπόκλεψε | — | — | υποκλέπτετε / υποκλέψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →