Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποκορισμός

/i.po.ko.ɾiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γλωσσολογίαλειτουργία της γλώσσας, λεξικολογική και μορφολογική, που εκφράζει σμίκρυνση, τρυφερότητα ή ακόμα και καταφρόνηση Βικιλεξικό
  2. γλωσσολογίαη δημιουργία και χρήση υποκοριστικού Βικιλεξικό
    • Για παράδειγμα, το ουσιαστικό «παιδίον» δημιουργήθηκε από την αρχαιοελληνική λέξη «παῖς» αρχικά ως εκφραστικό υποκορισμού, αλλά στην εξέλιξη της γλώσσας η υποχώρηση της λέξης-βάσης είχε ως αποτέλεσμα το άλλοτε υποκοριστικό να εκφράσει εν τέλει την πρωτότυπη έννοια μεταφερόμενο στη νεοελληνική ως «παιδί». Αυτή η διαδικασία αναφέρεται στη βιβλιογραφία ως αποσημασιοποίηση (desemantisation) και λεξικοποίηση (lexicalization) των υποκοριστικών (βλ. Eloeva 1977) και έχει ως αποτέλεσμα λέξεις που θεωρούνται υποκοριστικά να μην υφίστανται πλέον ως τέτοια στο σύστημα μιας γλώσσας. (Διονύσης Γούτσος, Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά (συλλογικό έργο), εκδόσεις Σαΐτα, στο άρθρο από τον Νικόλαο Τσερέ, Η λειτουργία των υποκοριστικών στην προφορική ομιλία, 2014)

Ετυμολογία

υποκορισμός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑποκορισμός < αρχαία ελληνική ὑποκορισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυποκορισμόςυποκορισμοί
Γενικήυποκορισμούυποκορισμών
Αιτιατικήυποκορισμόυποκορισμούς
Κλητικήυποκορισμέυποκορισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ὑποκορισμός

/i.po.ko.ɾiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. καθαρεύουσαο υποκορισμός Βικιλεξικό
    • Τὸ ταλαίπωρον τὸ θῆλυ τὸ ἐκάλει Πατρώνα θωπευτικῶς, καὶ ὀλίγον «σὰν ἀρχοντοξεπεσμένη ποὺ ἦτον», μὴ ἀνεχομένη ν’ ἀκούῃ τὸ Ἀργυρώ, τὸ ὄνομα τῆς κόρης της, ὅπερ ἐδόθη ὡς κληρονομία εἰς τὸ ὀρφανόν, λεχοῦς θανούσης ἐκείνης. Πλὴν τοῦ ὑποκορισμοῦ τούτου, οὐδεμίαν ἄλλην ἐπιδεικτικὴν τρυφερότητα ἀπένεμεν εἰς τὰ δύο πτωχὰ πλάσματα, ἀλλὰ μᾶλλον πρακτικὴν ἀγάπην καὶ προστασίαν.

Ετυμολογία

ὑποκορισμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑποκορισμός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →