υποκρύπτω
•
- δεν φανερώνω κάτι σκόπιμα, το κρατώ κρυφό, το αποσιωπώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποκρύπτω < αρχαία ελληνική ὑποκρύπτω < ὑπό + κρύπτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποκρύπτω | υποκρύπτεις | υποκρύπτει | υποκρύπτουμε | υποκρύπτετε | υποκρύπτουν / υποκρύπτουνε |
| Παρατατικός | υπέκρυπτα | υπέκρυπτες | υπέκρυπτε | υποκρύπταμε | υποκρύπτατε | υπέκρυπταν / υποκρύπταν / υποκρύπτανε |
| Αόριστος | υπέκρυψα | υπέκρυψες | υπέκρυψε | υποκρύψαμε | υποκρύψατε | υπέκρυψαν / υποκρύψαν / υποκρύψανε |
| Μέλλοντας | θα υποκρύπτω / θα υποκρύψω | θα υποκρύπτεις / θα υποκρύψεις | θα υποκρύπτει / θα υποκρύψει | θα υποκρύπτουμε / θα υποκρύψουμε | θα υποκρύπτετε / θα υποκρύψετε | θα υποκρύπτουν / θα υποκρύπτουνε / θα υποκρύψουν / θα υποκρύψουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποκρύψει | έχεις υποκρύψει | έχει υποκρύψει | έχουμε υποκρύψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποκρύψει | είχες υποκρύψει | είχε υποκρύψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποκρύψει / να υποκρύπτω / να υποκρύψω | να έχεις υποκρύψει / να υποκρύπτεις / να υποκρύψεις | να έχει υποκρύψει / να υποκρύπτει / να υποκρύψει | να έχουμε υποκρύψει / να υποκρύπτουμε / να υποκρύψουμε | να υποκρύπτετε / να υποκρύψετε | να υποκρύπτουν / να υποκρύπτουνε / να υποκρύψουν / να υποκρύψουνε |
| Προστακτική | — | υπόκρυπτε / υπόκρυψε | — | — | υποκρύπτετε / υποκρύψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →