Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φανερώνω

/fa.neˈɾo.no/ρήμα
•
  1. κάνω κάτι φανερό, αποκαλύπτω, δείχνω Βικιλεξικό
    • Η σχολάρχαινα πιστεύει πως θα ’χει στο νου του κάνα σκέδιο και δε θέλει να το φανερώσει.

Ετυμολογία

φανερώνω < (ελληνιστική κοινή) φανερόω, -ῶ < φανερός

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφανερώνωφανερώνειςφανερώνειφανερώνουμεφανερώνετεφανερώνουν / φανερώνουνε
Παρατατικόςφανέρωναφανέρωνεςφανέρωνεφανερώναμεφανερώνατεφανέρωναν / φανερώναν / φανερώνανε
Αόριστοςφανέρωσαφανέρωσεςφανέρωσεφανερώσαμεφανερώσατεφανέρωσαν / φανερώσαν / φανερώσανε
Μέλλονταςθα φανερώνω / θα φανερώσωθα φανερώνεις / θα φανερώσειςθα φανερώνει / θα φανερώσειθα φανερώνουμε / θα φανερώσουμεθα φανερώνετε / θα φανερώσετεθα φανερώνουν / θα φανερώνουνε / θα φανερώσουν / θα φανερώσουνε
Παρακείμενοςέχω φανερώσειέχεις φανερώσειέχει φανερώσειέχουμε φανερώσειέχετε φανερώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα φανερώσειείχες φανερώσειείχε φανερώσειείχαμε φανερώσει——
Υποτακτικήνα έχω φανερώσει / να φανερώνω / να φανερώσωνα έχεις φανερώσει / να φανερώνεις / να φανερώσειςνα έχει φανερώσει / να φανερώνει / να φανερώσεινα έχουμε φανερώσει / να φανερώνουμε / να φανερώσουμενα έχετε φανερώσει / να φανερώνετε / να φανερώσετενα φανερώνουν / να φανερώνουνε / να φανερώσουν / να φανερώσουνε
Προστακτική—φανέρωνε / φανέρωσε——φανερώνετε / φανερώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →