φανερώνω
•
- κάνω κάτι φανερό, αποκαλύπτω, δείχνω Βικιλεξικό
- Η σχολάρχαινα πιστεύει πως θα ’χει στο νου του κάνα σκέδιο και δε θέλει να το φανερώσει.
Ετυμολογία
φανερώνω < (ελληνιστική κοινή) φανερόω, -ῶ < φανερός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φανερώνω | φανερώνεις | φανερώνει | φανερώνουμε | φανερώνετε | φανερώνουν / φανερώνουνε |
| Παρατατικός | φανέρωνα | φανέρωνες | φανέρωνε | φανερώναμε | φανερώνατε | φανέρωναν / φανερώναν / φανερώνανε |
| Αόριστος | φανέρωσα | φανέρωσες | φανέρωσε | φανερώσαμε | φανερώσατε | φανέρωσαν / φανερώσαν / φανερώσανε |
| Μέλλοντας | θα φανερώνω / θα φανερώσω | θα φανερώνεις / θα φανερώσεις | θα φανερώνει / θα φανερώσει | θα φανερώνουμε / θα φανερώσουμε | θα φανερώνετε / θα φανερώσετε | θα φανερώνουν / θα φανερώνουνε / θα φανερώσουν / θα φανερώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φανερώσει | έχεις φανερώσει | έχει φανερώσει | έχουμε φανερώσει | έχετε φανερώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φανερώσει | είχες φανερώσει | είχε φανερώσει | είχαμε φανερώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φανερώσει / να φανερώνω / να φανερώσω | να έχεις φανερώσει / να φανερώνεις / να φανερώσεις | να έχει φανερώσει / να φανερώνει / να φανερώσει | να έχουμε φανερώσει / να φανερώνουμε / να φανερώσουμε | να έχετε φανερώσει / να φανερώνετε / να φανερώσετε | να φανερώνουν / να φανερώνουνε / να φανερώσουν / να φανερώσουνε |
| Προστακτική | — | φανέρωνε / φανέρωσε | — | — | φανερώνετε / φανερώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →