Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπολήπτομαι

/i.poˈli.pto.me/ρήμα
•
  1. λόγιοεκτιμώ στο έπακρο, σέβομαι, του έχω πολύ καλή γνώμη διότι αναγνωρίζω την πνευματική ή ηθική αξία και ικανότητά του Βικιλεξικό
    • Τον υποληπτόμουν πολύ, σπάνια ανακαλύπτει κανείς έναν τέτοιο ποιητή.

Ετυμολογία

υπολήπτομαι < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑπολήπτομαι μαρτυρείται από το 1837 σε έργο του Α. Ποθητού < ὑπόλη(ψις) + -πτομαι υποχωρητικός σχηματισμός κατά το σχήμα άλλων ρημάτων σκέπτομαι (σκέ(ψις) + -πτομαι) και κάμπτομαι (κάμ(ψις) + -πτομαι)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυπολήπτομαιυπολήπτεσαιυπολήπτεταιυποληπτόμαστευπολήπτεστευπολήπτονται
Παρατατικόςυποληπτόμουν / υποληπτόμουναυποληπτόσουν / υποληπτόσουναυποληπτόταν / υποληπτότανευποληπτόμασταν / υποληπτόμαστευποληπτόσασταν / υποληπτόσαστευπολήπτονταν / υποληπτόντουσαν
Μέλλονταςθα υπολήπτομαιθα υπολήπτεσαιθα υπολήπτεταιθα υποληπτόμαστεθα υπολήπτεστεθα υπολήπτονται
Υποτακτικήνα υπολήπτομαινα υπολήπτεσαινα υπολήπτεταινα υποληπτόμαστενα υπολήπτεστενα υπολήπτονται
Προστακτική————υπολήπτεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →