υπομάζιο
•
- σπάνιοπου βρίσκεται κάτω από τον μαστό Βικιλεξικό
- αρχαιοπρεπέςτο σουτιέν, ο στηθόδεσμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπομάζιο < ελληνιστική κοινή ὑπομάζιον, ουδέτερο του ὑπομάζιος < αρχαία ελληνική ὑπό + μαζός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπομάζιο | υπομάζια |
| Γενική | υπομάζιου | υπομάζιων |
| Αιτιατική | υπομάζιο | υπομάζια |
| Κλητική | υπομάζιο | υπομάζια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →