υποσκελίζω
•
- παίρνω τη θέση κάποιου με αθέμιτα μέσα Βικιλεξικό
- αντικειμενοστρεφής προγραμματισμόςεπικαλύπτω μέθοδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποσκελίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑποσκελίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποσκελίζω | υποσκελίζεις | υποσκελίζει | υποσκελίζουμε | υποσκελίζετε | υποσκελίζουν / υποσκελίζουνε |
| Παρατατικός | υποσκέλιζα | υποσκέλιζες | υποσκέλιζε | υποσκελίζαμε | υποσκελίζατε | υποσκέλιζαν / υποσκελίζαν / υποσκελίζανε |
| Αόριστος | υποσκέλισα | υποσκέλισες | υποσκέλισε | υποσκελίσαμε | υποσκελίσατε | υποσκέλισαν / υποσκελίσαν / υποσκελίσανε |
| Μέλλοντας | θα υποσκελίζω / θα υποσκελίσω | θα υποσκελίζεις / θα υποσκελίσεις | θα υποσκελίζει / θα υποσκελίσει | θα υποσκελίζουμε / θα υποσκελίσουμε | θα υποσκελίζετε / θα υποσκελίσετε | θα υποσκελίζουν / θα υποσκελίζουνε / θα υποσκελίσουν / θα υποσκελίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποσκελίσει | έχεις υποσκελίσει | έχει υποσκελίσει | έχουμε υποσκελίσει | έχετε υποσκελίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποσκελίσει | είχες υποσκελίσει | είχε υποσκελίσει | είχαμε υποσκελίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποσκελίσει / να υποσκελίζω / να υποσκελίσω | να έχεις υποσκελίσει / να υποσκελίζεις / να υποσκελίσεις | να έχει υποσκελίσει / να υποσκελίζει / να υποσκελίσει | να έχουμε υποσκελίσει / να υποσκελίζουμε / να υποσκελίσουμε | να έχετε υποσκελίσει / να υποσκελίζετε / να υποσκελίσετε | να υποσκελίζουν / να υποσκελίζουνε / να υποσκελίσουν / να υποσκελίσουνε |
| Προστακτική | — | υποσκέλιζε / υποσκέλισε | — | — | υποσκελίζετε / υποσκελίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →