Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποσκελίζω

/i.po.skeˈli.zo/ρήμα
•
  1. παίρνω τη θέση κάποιου με αθέμιτα μέσα Βικιλεξικό
  2. αντικειμενοστρεφής προγραμματισμόςεπικαλύπτω μέθοδο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποσκελίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑποσκελίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυποσκελίζωυποσκελίζειςυποσκελίζειυποσκελίζουμευποσκελίζετευποσκελίζουν / υποσκελίζουνε
Παρατατικόςυποσκέλιζαυποσκέλιζεςυποσκέλιζευποσκελίζαμευποσκελίζατευποσκέλιζαν / υποσκελίζαν / υποσκελίζανε
Αόριστοςυποσκέλισαυποσκέλισεςυποσκέλισευποσκελίσαμευποσκελίσατευποσκέλισαν / υποσκελίσαν / υποσκελίσανε
Μέλλονταςθα υποσκελίζω / θα υποσκελίσωθα υποσκελίζεις / θα υποσκελίσειςθα υποσκελίζει / θα υποσκελίσειθα υποσκελίζουμε / θα υποσκελίσουμεθα υποσκελίζετε / θα υποσκελίσετεθα υποσκελίζουν / θα υποσκελίζουνε / θα υποσκελίσουν / θα υποσκελίσουνε
Παρακείμενοςέχω υποσκελίσειέχεις υποσκελίσειέχει υποσκελίσειέχουμε υποσκελίσειέχετε υποσκελίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα υποσκελίσειείχες υποσκελίσειείχε υποσκελίσειείχαμε υποσκελίσει——
Υποτακτικήνα έχω υποσκελίσει / να υποσκελίζω / να υποσκελίσωνα έχεις υποσκελίσει / να υποσκελίζεις / να υποσκελίσειςνα έχει υποσκελίσει / να υποσκελίζει / να υποσκελίσεινα έχουμε υποσκελίσει / να υποσκελίζουμε / να υποσκελίσουμενα έχετε υποσκελίσει / να υποσκελίζετε / να υποσκελίσετενα υποσκελίζουν / να υποσκελίζουνε / να υποσκελίσουν / να υποσκελίσουνε
Προστακτική—υποσκέλιζε / υποσκέλισε——υποσκελίζετε / υποσκελίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →