Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποστηρίζω

ρήμα
•
  1. υποστυλώνω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπαραθέτω επιχειρήματα ή στοιχεία τα οποία μπορούν να αποδείξουν κάτι που ισχυρίζομαι Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάβοηθάω, ενισχύω οικονομικά κάποιον Βικιλεξικό
  4. σε διδακτορική διατριβήκάνω πλήρη παρουσίαση του θέματός μου στην υπεύθυνη επιτροπή αναλύοντας το τι έκανα και γιατί το έκανα Βικιλεξικό
  5. αθλητισμόςπροτιμώ κάποιον αθλητή ή αθλητικό σωματείο σε αγώνες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποστηρίζω < ελληνιστική κοινή ὑποστηρίζω < αρχαία ελληνική ὑπό + στηρίζω : με τη μεταφορική σημασία: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική soutenir ή appuyer και (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική support

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυποστηρίζωυποστηρίζειςυποστηρίζειυποστηρίζουμευποστηρίζετευποστηρίζουν / υποστηρίζουνε
Παρατατικόςυποστήριζαυποστήριζεςυποστήριζευποστηρίζαμευποστηρίζατευποστήριζαν / υποστηρίζαν / υποστηρίζανε
Αόριστοςυποστήριξαυποστήριξεςυποστήριξευποστηρίξαμευποστηρίξατευποστήριξαν / υποστηρίξαν / υποστηρίξανε
Μέλλονταςθα υποστηρίζω / θα υποστηρίξωθα υποστηρίζεις / θα υποστηρίξειςθα υποστηρίζει / θα υποστηρίξειθα υποστηρίζουμε / θα υποστηρίξουμεθα υποστηρίζετε / θα υποστηρίξετεθα υποστηρίζουν / θα υποστηρίζουνε / θα υποστηρίξουν / θα υποστηρίξουνε
Παρακείμενοςέχω υποστηρίξειέχεις υποστηρίξειέχει υποστηρίξειέχουμε υποστηρίξειέχετε υποστηρίξει—
Υπερσυντέλικοςείχα υποστηρίξειείχες υποστηρίξειείχε υποστηρίξειείχαμε υποστηρίξει——
Υποτακτικήνα έχω υποστηρίξει / να υποστηρίζω / να υποστηρίξωνα έχεις υποστηρίξει / να υποστηρίζεις / να υποστηρίξειςνα έχει υποστηρίξει / να υποστηρίζει / να υποστηρίξεινα έχουμε υποστηρίξει / να υποστηρίζουμε / να υποστηρίξουμενα έχετε υποστηρίξει / να υποστηρίζετε / να υποστηρίξετενα υποστηρίζουν / να υποστηρίζουνε / να υποστηρίξουν / να υποστηρίξουνε
Προστακτική—υποστήριζε / υποστήριξε——υποστηρίζετε / υποστηρίξτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →