υπόταξη
•
- γραμματικήόπου μια δευτερεύουσα πρόταση συνδέεται και εξαρτάται από μία κύρια ώστε να προσδιοριστεί Βικιλεξικό
- παράδειγμα: τον απέλυσαν, γιατί έκλεβε το ταμείο
Ετυμολογία
υπόταξη < καθαρεύουσα ὑπόταξις (ὑπότακ-σις + -ση) < ελληνιστική κοινή ὑπόταξις < ὑπο- + τάξις. Συγχρονικά αναλύεται σε υπό- + τάξη : για την ταξινομική βαθμίδα (μεταφραστικό δάνειο) νεολατινική subordo → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπόταξη | υποτάξεις |
| Γενική | υπόταξης | υποτάξεων |
| Αιτιατική | υπόταξη | υποτάξεις |
| Κλητική | υπόταξη | υποτάξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →