Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποτροπή

/i.po.tɾoˈpi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήη επανεμφάνιση συμπτωμάτων ασθένειας μετά από μια περίοδο βελτίωσης, π.χ Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςη επανάληψη από έναν ένοχο μιας αξιόποινης πράξης για την οποία έχει υποστεί ποινή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποτροπή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑποτροπή. Μορφολογικά αναλύεται σε υπο- + τροπή < τρέπω :* για τον νομικό όρο < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rechute

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυποτροπήυποτροπές
Γενικήυποτροπήςυποτροπών
Αιτιατικήυποτροπήυποτροπές
Κλητικήυποτροπήυποτροπές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →