υποτροπή
•
- ιατρικήη επανεμφάνιση συμπτωμάτων ασθένειας μετά από μια περίοδο βελτίωσης, π.χ Βικιλεξικό
- νομικός όροςη επανάληψη από έναν ένοχο μιας αξιόποινης πράξης για την οποία έχει υποστεί ποινή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποτροπή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑποτροπή. Μορφολογικά αναλύεται σε υπο- + τροπή < τρέπω :* για τον νομικό όρο < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rechute
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποτροπή | υποτροπές |
| Γενική | υποτροπής | υποτροπών |
| Αιτιατική | υποτροπή | υποτροπές |
| Κλητική | υποτροπή | υποτροπές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →