υποχρεώνω
•
- εξαναγκάζω, επιβάλλω Βικιλεξικό
- δεσμεύω Βικιλεξικό
- κάνω σε κάποιον μια χάρη ή εκδούλευση κι αυτός αισθάνεται ευγνωμοσύνη και την ανάγκη να μου το ξεπληρώσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποχρεώνω < υπόχρεος + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική obliger)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποχρεώνω | υποχρεώνεις | υποχρεώνει | υποχρεώνουμε | υποχρεώνετε | υποχρεώνουν / υποχρεώνουνε |
| Παρατατικός | υποχρέωνα | υποχρέωνες | υποχρέωνε | υποχρεώναμε | υποχρεώνατε | υποχρέωναν / υποχρεώναν / υποχρεώνανε |
| Αόριστος | υποχρέωσα | υποχρέωσες | υποχρέωσε | υποχρεώσαμε | υποχρεώσατε | υποχρέωσαν / υποχρεώσαν / υποχρεώσανε |
| Μέλλοντας | θα υποχρεώνω / θα υποχρεώσω | θα υποχρεώνεις / θα υποχρεώσεις | θα υποχρεώνει / θα υποχρεώσει | θα υποχρεώνουμε / θα υποχρεώσουμε | θα υποχρεώνετε / θα υποχρεώσετε | θα υποχρεώνουν / θα υποχρεώνουνε / θα υποχρεώσουν / θα υποχρεώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποχρεώσει | έχεις υποχρεώσει | έχει υποχρεώσει | έχουμε υποχρεώσει | έχετε υποχρεώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποχρεώσει | είχες υποχρεώσει | είχε υποχρεώσει | είχαμε υποχρεώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποχρεώσει / να υποχρεώνω / να υποχρεώσω | να έχεις υποχρεώσει / να υποχρεώνεις / να υποχρεώσεις | να έχει υποχρεώσει / να υποχρεώνει / να υποχρεώσει | να έχουμε υποχρεώσει / να υποχρεώνουμε / να υποχρεώσουμε | να έχετε υποχρεώσει / να υποχρεώνετε / να υποχρεώσετε | να υποχρεώνουν / να υποχρεώνουνε / να υποχρεώσουν / να υποχρεώσουνε |
| Προστακτική | — | υποχρέωνε / υποχρέωσε | — | — | υποχρεώνετε / υποχρεώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →