υποχονδρία
•
- ψυχιατρικήη νεύρωση κατά την οποία κάποιος νιώθει συνεχώς ότι είναι άρρωστος Βικιλεξικό
- ψυχιατρικήη παθολογική εμμονή με την υγιεινή και την καθαριότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποχονδρία < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική hypochondria < αρχαία ελληνική ὑποχόνδρια (τα) < ὑποχόνδριος < ὑπό + χόνδρος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποχονδρία | υποχονδρίες |
| Γενική | υποχονδρίας | υποχονδριών |
| Αιτιατική | υποχονδρία | υποχονδρίες |
| Κλητική | υποχονδρία | υποχονδρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →