χόνδρος
•
- ανατομίαστερεός αλλά ελαστικός ιστός στις αρθρώσεις πολλών ζώων Βικιλεξικό
- ιστός που αποτελεί ολόκληρο το ερειστικό σύστημα οργανισμών οι οποίοι δεν διαθέτουν οστέινο σκελετό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χόνδρος < αρχαία ελληνική χόνδρος (σβώλος από κάτι που δεν έχει αλεστεί πλήρως και χόνδρος με τη σημερινή έννοια)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χόνδρος | χόνδροι |
| Γενική | χόνδρου | χόνδρων |
| Αιτιατική | χόνδρο | χόνδρους |
| Κλητική | χόνδρε | χόνδροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →