υπτιάζω
•
- μεταβατικότοποθετώ κάποιον σε ύπτια στάση Βικιλεξικό
- αμετάβατοβρίσκομαι σε ύπτια στάση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπτιάζω < αρχαία ελληνική ὑπτιάζω < ὕπτιος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπτιάζω | υπτιάζεις | υπτιάζει | υπτιάζουμε | υπτιάζετε | υπτιάζουν / υπτιάζουνε |
| Παρατατικός | υπτίαζα | υπτίαζες | υπτίαζε | υπτιάζαμε | υπτιάζατε | υπτίαζαν / υπτιάζαν / υπτιάζανε |
| Αόριστος | υπτίασα | υπτίασες | υπτίασε | υπτιάσαμε | υπτιάσατε | υπτίασαν / υπτιάσαν / υπτιάσανε |
| Μέλλοντας | θα υπτιάζω / θα υπτιάσω | θα υπτιάζεις / θα υπτιάσεις | θα υπτιάζει / θα υπτιάσει | θα υπτιάζουμε / θα υπτιάσουμε | θα υπτιάζετε / θα υπτιάσετε | θα υπτιάζουν / θα υπτιάζουνε / θα υπτιάσουν / θα υπτιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπτιάσει | έχεις υπτιάσει | έχει υπτιάσει | έχουμε υπτιάσει | έχετε υπτιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπτιάσει | είχες υπτιάσει | είχε υπτιάσει | είχαμε υπτιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπτιάσει / να υπτιάζω / να υπτιάσω | να έχεις υπτιάσει / να υπτιάζεις / να υπτιάσεις | να έχει υπτιάσει / να υπτιάζει / να υπτιάσει | να έχουμε υπτιάσει / να υπτιάζουμε / να υπτιάσουμε | να έχετε υπτιάσει / να υπτιάζετε / να υπτιάσετε | να υπτιάζουν / να υπτιάζουνε / να υπτιάσουν / να υπτιάσουνε |
| Προστακτική | — | υπτίαζε / υπτίασε | — | — | υπτιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υπτιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →