υπόδημα
•
- υπόδησηπαπούτσι Βικιλεξικό
- σήμερα της έχουν φορέσει παπούτσια, τα οποία φαίνονται γυαλισμένα, ή αυτό το τρίποντο τακούνι, πόσες βόλτες να έχει κάνει μ' αυτό το υπόδημα, και κοιτάξτε, τώρα πια ούτε που θυμάται πως έφτασε εδώ (Núria Añó, Χαμηλά σύννεφα, μετάφραση: Παρασκευή Μουτσιούνα, εκδ. Babelcube Incorporated, 2021)
- άλλες μορφές: πόδημα, πόδεμα (λαϊκότροπο)
- κατ’ επέκτασηοτιδήποτε φοριέται στο πόδι (κάτω μέρος) για κάλυψη και προστασία του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπόδημα < αρχαία ελληνική ὑπόδημα (δείτε και το μεσαιωνικό ὑπόδημαν < ὑποδέω < ὑπό + δέω. Συγκρίνετε με το πόδημα & πόδεμα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπόδημα | υποδήματα |
| Γενική | υποδήματος | υποδημάτων |
| Αιτιατική | υπόδημα | υποδήματα |
| Κλητική | υπόδημα | υποδήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →