υπόθετο
•
- φαρμακευτικήμικρό κυλινδρικό (ή άλλου σχήματος) στερεό σκεύασμα με φαρμακευτική ουσία που τοποθετείται στον πρωκτό (ή στον γυναικείο κόλπο) και, αφού διαλυθεί, απελευθερώνει την φαρμακευτική ουσία στον οργανισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπόθετο < ελληνιστική κοινή ὑπόθετον, ουδέτερο του ὑπόθετος < αρχαία ελληνική ὑποτίθημι < ὑπό + τίθημι ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική suppositoire)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπόθετο | υπόθετα |
| Γενική | υπόθετου | υπόθετων |
| Αιτιατική | υπόθετο | υπόθετα |
| Κλητική | υπόθετο | υπόθετα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →