υπόκλιση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποκλίνομαι Βικιλεξικό
- επίσημη ελαφριά κάμψη του σώματος, των γονάτων και του κεφαλιού Βικιλεξικό
- Μια ελαφριά ή βαθιά υπόκλιση ήταν αρκετή για τους ευρωπαίους βασιλείς, πολύ διαφορετική από την προσκύνηση που συνηθιζόταν στις ασιατικές μοναρχίες.
Ετυμολογία
υπόκλιση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπόκλι(σις) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπόκλιση | υποκλίσεις |
| Γενική | υπόκλισης | υποκλίσεων |
| Αιτιατική | υπόκλιση | υποκλίσεις |
| Κλητική | υπόκλιση | υποκλίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →