υπότιτλος
•
- δευτερεύων τίτλος που επεξηγεἰ ή επεκτείνει τον κύριο τίτλο ενός κειμένου Βικιλεξικό
- κινηματογράφοςη μετάφραση των ξενόγλωσσων διαλόγων που εμφανίζεται στο κάτω συνήθως μέρος της οθόνης Βικιλεξικό
- στον βωβό κινηματογράφοεπεξηγηματικό κείμενο που προβάλλεται ανἀμεσα σε δύο σκηνές Βικιλεξικό
- στη βιβλιογραφίαλεζάντα εικόνας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπότιτλος < υπό- + τίτλος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sous-titre
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπότιτλος | υπότιτλοι |
| Γενική | υποτίτλου / υπότιτλου | υποτίτλων / υπότιτλων |
| Αιτιατική | υπότιτλο | υποτίτλους / υπότιτλους |
| Κλητική | υπότιτλε | υπότιτλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →