Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπότιτλος

/iˈpo.ti.tlos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. δευτερεύων τίτλος που επεξηγεἰ ή επεκτείνει τον κύριο τίτλο ενός κειμένου Βικιλεξικό
  2. κινηματογράφοςη μετάφραση των ξενόγλωσσων διαλόγων που εμφανίζεται στο κάτω συνήθως μέρος της οθόνης Βικιλεξικό
  3. στον βωβό κινηματογράφοεπεξηγηματικό κείμενο που προβάλλεται ανἀμεσα σε δύο σκηνές Βικιλεξικό
  4. στη βιβλιογραφίαλεζάντα εικόνας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπότιτλος < υπό- + τίτλος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sous-titre

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπότιτλοςυπότιτλοι
Γενικήυποτίτλου / υπότιτλουυποτίτλων / υπότιτλων
Αιτιατικήυπότιτλουποτίτλους / υπότιτλους
Κλητικήυπότιτλευπότιτλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →