υποτιτλίζω
•
- μεταβατικόβάζω υπότιτλους κάπου (π.χ. σε βιβλίο, ταινία, σειρά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποτιτλίζω < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sous-titrer
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποτιτλίζω | υποτιτλίζεις | υποτιτλίζει | υποτιτλίζουμε | υποτιτλίζετε | υποτιτλίζουν / υποτιτλίζουνε |
| Παρατατικός | υποτίτλιζα | υποτίτλιζες | υποτίτλιζε | υποτιτλίζαμε | υποτιτλίζατε | υποτίτλιζαν / υποτιτλίζαν / υποτιτλίζανε |
| Αόριστος | υποτίτλισα | υποτίτλισες | υποτίτλισε | υποτιτλίσαμε | υποτιτλίσατε | υποτίτλισαν / υποτιτλίσαν / υποτιτλίσανε |
| Μέλλοντας | θα υποτιτλίζω / θα υποτιτλίσω | θα υποτιτλίζεις / θα υποτιτλίσεις | θα υποτιτλίζει / θα υποτιτλίσει | θα υποτιτλίζουμε / θα υποτιτλίσουμε | θα υποτιτλίζετε / θα υποτιτλίσετε | θα υποτιτλίζουν / θα υποτιτλίζουνε / θα υποτιτλίσουν / θα υποτιτλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποτιτλίσει | έχεις υποτιτλίσει | έχει υποτιτλίσει | έχουμε υποτιτλίσει | έχετε υποτιτλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποτιτλίσει | είχες υποτιτλίσει | είχε υποτιτλίσει | είχαμε υποτιτλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποτιτλίσει / να υποτιτλίζω / να υποτιτλίσω | να έχεις υποτιτλίσει / να υποτιτλίζεις / να υποτιτλίσεις | να έχει υποτιτλίσει / να υποτιτλίζει / να υποτιτλίσει | να έχουμε υποτιτλίσει / να υποτιτλίζουμε / να υποτιτλίσουμε | να έχετε υποτιτλίσει / να υποτιτλίζετε / να υποτιτλίσετε | να υποτιτλίζουν / να υποτιτλίζουνε / να υποτιτλίσουν / να υποτιτλίσουνε |
| Προστακτική | — | υποτίτλιζε / υποτίτλισε | — | — | υποτιτλίζετε / υποτιτλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →