υπώνυμο
•
- γλωσσολογίαλέξη που εντάσσεται σημασιολογικά σε μια ευρύτερη έννοια Βικιλεξικό
- Η λέξη γάτα είναι υπώνυμο της λέξης ζώο.
- Η λέξη αστρονομική συζυγία αποτελεί υπώνυμο του υπερώνυμου σύνοδος.
Ετυμολογία
υπώνυμο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική hyponyme (μαρτυρείται από το 1960 περίπου) και αγγλική hyponym (μαρτυρείται από το 1963). Το επίθετο *ὑπώνυμος δεν μαρτυρείται στα αρχαία ελληνικά. Συγχρονικά αναλύεται ως υπ- + -ώνυμο κατά τα επώνυμο, συνώνυμο, υπερώνυμο κτλ.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπώνυμο | υπώνυμα |
| Γενική | υπωνύμου / υπώνυμου | υπωνύμων |
| Αιτιατική | υπώνυμο | υπώνυμα |
| Κλητική | υπώνυμο | υπώνυμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →