Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ύστερα

/ˈi.ste.ɾa/ουσιαστικό
•
  1. τα μετά κυρίως στη φράση Βικιλεξικό
    • τα ύστερα του κόσμου! (η συντέλεια του κόσμου)

Ετυμολογία

ύστερα: ουσιαστικοποιημένο επίρρημα ύστερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

υστέρα

/iˈste.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ανατομίατο όργανο του θηλυκού, ανθρώπων και ζώων, στο οποίο κυοφορείται τό έμβρυο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υστέρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑστέρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυστέραυστέρες
Γενικήυστέραςυστερών
Αιτιατικήυστέραυστέρες
Κλητικήυστέραυστέρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ύστερα

/ˈi.ste.ɾa/επίρρημα
•
  1. μετά (από λίγο), έπειτα Βικιλεξικό
  2. επιπλέον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ύστερα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὕστερον < επίθετο ὕστερος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ύστερα

/ˈi.ste.ɾa/σύνδεσμος
•
  1. συμπερασματικός σύνδεσμος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ύστερα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὕστερον < επίθετο ὕστερος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ύστερα

/ˈi.ste.ɾa/επιφώνημα
•
  1. για δήλωση αδιαφορίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ύστερα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὕστερον < επίθετο ὕστερος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →