υστερόβουλος
•
- που ενεργεί με υστεροβουλία, που κάνει κάτι χωρίς να φανερώνει ότι έχει απώτερο σκοπό να ικανοποιήσει ιδιοτελή συμφέροντα και επιδιώξεις Βικιλεξικό
- «Καταρχάς, δεν ξέρω να λέω ψέμματα! Για να 'μαι πιο ακριβής, προτιμώ να φτιάχνω μύθους ως ανυστερόβουλος καλλιτέχνης παρά σαν υστερόβουλος πολιτικάντης!» εξήγησε επιγραμματικά. (Αλέξης Πάρνης, Ο άλλος Εμφύλιος, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
Ετυμολογία
υστερόβουλος < (καθαρεύουσα) ὑστερόβουλος < ὑστεροβουλ(ία) + -ος (αναδρομικός σχηματισμός) < (ελληνιστική κοινή). Μορφολογικά αναλύεται σε υστερό- + -βουλος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υστερόβουλος | υστερόβουλη | υστερόβουλο |
| Γενική | υστερόβουλου | υστερόβουλης | υστερόβουλου |
| Αιτιατική | υστερόβουλο | υστερόβουλη | υστερόβουλο |
| Κλητική | υστερόβουλε | υστερόβουλη | υστερόβουλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υστερόβουλοι | υστερόβουλες | υστερόβουλα |
| Γενική | υστερόβουλων | υστερόβουλων | υστερόβουλων |
| Αιτιατική | υστερόβουλους | υστερόβουλες | υστερόβουλα |
| Κλητική | υστερόβουλοι | υστερόβουλες | υστερόβουλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →