Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανυστερόβουλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι υστερόβουλος Βικιλεξικό
    • «Καταρχάς, δεν ξέρω να λέω ψέμματα! Για να 'μαι πιο ακριβής, προτιμώ να φτιάχνω μύθους ως ανυστερόβουλος καλλιτέχνης παρά σαν υστερόβουλος πολιτικάντης!» εξήγησε επιγραμματικά. (Αλέξης Πάρνης, Ο άλλος Εμφύλιος, εκδ. Καστανιώτη, 2014)

Ετυμολογία

ανυστερόβουλος < αν- + υστερόβουλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανυστερόβουλοςανυστερόβουληανυστερόβουλο
Γενικήανυστερόβουλουανυστερόβουληςανυστερόβουλου
Αιτιατικήανυστερόβουλοανυστερόβουληανυστερόβουλο
Κλητικήανυστερόβουλεανυστερόβουληανυστερόβουλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανυστερόβουλοιανυστερόβουλεςανυστερόβουλα
Γενικήανυστερόβουλωνανυστερόβουλωνανυστερόβουλων
Αιτιατικήανυστερόβουλουςανυστερόβουλεςανυστερόβουλα
Κλητικήανυστερόβουλοιανυστερόβουλεςανυστερόβουλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →