υφέρπων
•
- λόγιοπου υφέρπει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υφέρπων < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ὑφέρπω (αρχαία ελληνική), υφέρπω
Άλλοι τύποι
υφέρπονυφέρπονταυφέρποντεςυφέρποντοςυφέρπουσαυφέρπουσαςυφέρπουσεςυφέρπωνυφερπουσώνυφερπούσηςυφερπόντων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →