υφαλοκρηπίδα
•
- γεωλογίατο τμήμα του παράκτιου βυθού της θάλασσας το οποίο αποτελεί την ομαλή προέκταση της ακτής κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας ως το σημείο στο οποίο αυτή διακόπτεται απότομα (εκεί όπου ο βυθός αποκτά απότομη κλίση 30-45 μοίρες) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υφαλοκρηπίδα < ύφαλος + -ο- + κρηπίδα ((μεταφραστικό δάνειο) ιταλική piattaforma continentale: ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υφαλοκρηπίδα | υφαλοκρηπίδες |
| Γενική | υφαλοκρηπίδας | υφαλοκρηπίδων |
| Αιτιατική | υφαλοκρηπίδα | υφαλοκρηπίδες |
| Κλητική | υφαλοκρηπίδα | υφαλοκρηπίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →