ύφαλος
•
- γεωγραφίαέπαρμα του βυθού της θάλασσας, υποθαλάσσιος βράχος σε μικρό βάθος Βικιλεξικό
- οι ύφαλοι κοντά στο νησί ήταν εφιάλτης για τους ναυτικούς
- οι κοραλλιογενείς ύφαλοι είναι ένα θαύμα βιοποικιλότητας
Ετυμολογία
ύφαλος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή «αἱ ὕφαλοι» (εννοείται «πέτραι» θηλυκό, πληθυντικός) < ὕφαλος (υποθαλάσσιος) < ὑπό + ἅλς (με δάσυνση του π σε φ λόγω του δασυνόμενου α)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ύφαλος | ύφαλοι |
| Γενική | υφάλου / ύφαλου | υφάλων / ύφαλων |
| Αιτιατική | ύφαλο | υφάλους / ύφαλους |
| Κλητική | ύφαλε | ύφαλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →