φάλτσο
•
- η παραγωγή λανθασμένου τόνου από τραγουδιστή ή μουσικό Βικιλεξικό
- μεταφορικάλανθασμένη ενέργεια Βικιλεξικό
- το χτύπημα μιας μπάλας σε σημείο άλλο από το κέντρο της, έτσι ώστε να περιστραφεί γύρω από τον εαυτό της και να ακολουθήσει μία συγκεκριμένη, π.χ. καμπύλη, τροχιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φάλτσο < ιταλική falso < λατινική falsus < fallo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)gʷʰh₂el- (σκοντάφτω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φάλτσο | φάλτσα |
| Γενική | φάλτσου | φάλτσων |
| Αιτιατική | φάλτσο | φάλτσα |
| Κλητική | φάλτσο | φάλτσα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →