Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φάλτσος

/ˈfal.t͡sos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μουσικήπου όταν τραγουδάει ή παίζει μουσική κάνει φάλτσα, παράγει λανθασμένους μουσικούς τόνους Βικιλεξικό
  2. για αντικείμεναπου κάνει φάλτσο, που το σχήμα του ξεφεύγει από την ευθεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φάλτσος < φάλτσ(ο) + -ος < ιταλική falso + -ς. Δείτε και το ελληνιστικό φάλσος (πλαστός) < λατινική falsus

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφάλτσοςφάλτσαφάλτσο
Γενικήφάλτσουφάλτσαςφάλτσου
Αιτιατικήφάλτσοφάλτσαφάλτσο
Κλητικήφάλτσεφάλτσαφάλτσο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφάλτσοιφάλτσεςφάλτσα
Γενικήφάλτσωνφάλτσωνφάλτσων
Αιτιατικήφάλτσουςφάλτσεςφάλτσα
Κλητικήφάλτσοιφάλτσεςφάλτσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →