φάλτσος
•
- μουσικήπου όταν τραγουδάει ή παίζει μουσική κάνει φάλτσα, παράγει λανθασμένους μουσικούς τόνους Βικιλεξικό
- για αντικείμεναπου κάνει φάλτσο, που το σχήμα του ξεφεύγει από την ευθεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φάλτσος < φάλτσ(ο) + -ος < ιταλική falso + -ς. Δείτε και το ελληνιστικό φάλσος (πλαστός) < λατινική falsus
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φάλτσος | φάλτσα | φάλτσο |
| Γενική | φάλτσου | φάλτσας | φάλτσου |
| Αιτιατική | φάλτσο | φάλτσα | φάλτσο |
| Κλητική | φάλτσε | φάλτσα | φάλτσο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φάλτσοι | φάλτσες | φάλτσα |
| Γενική | φάλτσων | φάλτσων | φάλτσων |
| Αιτιατική | φάλτσους | φάλτσες | φάλτσα |
| Κλητική | φάλτσοι | φάλτσες | φάλτσα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →