φέξη
•
- κυριολεκτικάφέξιμο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηξημέρωμα Βικιλεξικό
- αστρονομίαπερίοδος κατά την οποία αυξάνεται η φωτεινή επιφάνεια της σελήνης, μέχρι να έχουμε πανσέληνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φέξη < φέγγω (έφεξα) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φέξη | — |
| Γενική | φέξης | — |
| Αιτιατική | φέξη | — |
| Κλητική | φέξη | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →