φέρων
•
- που έχει κάτι πάνω του ή το μεταφέρει Βικιλεξικό
- ποσό 1000€ πληρωτέο στον φέροντα την παρούσα επιταγή
- που φέρει, κρατάει το βάρος, υποβαστάζει Βικιλεξικό
- ο φέρων οργανισμός της οικοδομής
Ετυμολογία
φέρων < αρχαία ελληνικήμετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φέρω
Άλλοι τύποι
φέρονφέρονταφέρονταςφέροντεςφέροντοςφέρουσαφέρουσαςφέρουσεςφέρωνφερουσώνφερούσηςφερόντων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →