φίμωτρο
•
- δεσμά ή πλέγμα, που κρατούν κλειστό το στόμα του ζώου, ώστε να μη μπορεί ούτε να δαγκώσει, αλλά ούτε και να φάει (π.χ. φόλα) Βικιλεξικό
- Φαντάσου τί τόπος ! τί ἀγριότης ! νὰ θέλουν νὰ βάλουν φίμωτρα ὑποχρεωτικῶς εἰς τὰ σκυλλιά (Χαράλαμπος Άννινος, Η νίκη του Λεωνίδα. Κωμωδία εις πράξεις τέσσαρας, 1898, σελ. 87 https://www.google.gr/books/edition/H%C4%93_nik%C4%93_tou_Le%C5%8Dnida/4YdFAQAAMAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%86%CE%AF%CE%BC%CF%89%CF%84%CF%81%CE%B1&pg=PA87&printsec=frontcover)
- Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος για να αποτρέπονται από την κατανάλωση μεγάλης ποσότητας σιτηρών. (περιοδικό Αγρότης, τεύχος 457, έτος 68, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2012, σελ. 64 https://www.moa.gov.cy/moa/wdd/wdd.nsf/All/E12B994850CA71CCC22582950022ED89/$file/AGROTHS_Dec_2012.pdf?OpenElement)
- μεταφορικάκάτι που εμποδίζει την ελευθερία του λόγου Βικιλεξικό
- Δεν θα περάσει το φίμωτρο της χούντας.
- Με εκβιάζεις ότι θα με εγκαταλείψεις και βάζεις φίμωτρο στο παράπονό μου.
Ετυμολογία
φίμωτρο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φίμωτρον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φίμωτρο | φίμωτρα |
| Γενική | φίμωτρου | φίμωτρων |
| Αιτιατική | φίμωτρο | φίμωτρα |
| Κλητική | φίμωτρο | φίμωτρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →