φιμώνω
•
- κλείνω το στόμα ζώου με φίμωτρο, ώστε να μη μπορεί να δαγκώσει Βικιλεξικό
- Όταν επιβιβαζόμαστε με το σκύλο μας σε λεωφορείο, πρέπει κανονικά να τον φιμώνουμε.
- κλείνω το στόμα ανθρώπου με ταινία, με το χέρι ή με άλλο μέσο για να μην μπορεί να διαμαρτυρηθεί Βικιλεξικό
- Οι ληστές φίμωσαν το γεροντάκι για να μη φωνάζει.
- μεταφορικάεπιβάλλω σε άνθρωπο τη σιωπή ή ελέγχω όσα λέει, τον λογοκρίνω Βικιλεξικό
- Δεν θα με φιμώσετε με τις απειλές σας.
- Και η πιο ήπια λογοκρισία συνιστά προηγούμενο που μελλοντικά θα διευκολύνει την οποιαδήποτε εξουσία να φιμώνει τον Τύπο.
Ετυμολογία
φιμώνω < αρχαία ελληνική φιμόω / φιμῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φιμώνω | φιμώνεις | φιμώνει | φιμώνουμε | φιμώνετε | φιμώνουν / φιμώνουνε |
| Παρατατικός | φίμωνα | φίμωνες | φίμωνε | φιμώναμε | φιμώνατε | φίμωναν / φιμώναν / φιμώνανε |
| Αόριστος | φίμωσα | φίμωσες | φίμωσε | φιμώσαμε | φιμώσατε | φίμωσαν / φιμώσαν / φιμώσανε |
| Μέλλοντας | θα φιμώνω / θα φιμώσω | θα φιμώνεις / θα φιμώσεις | θα φιμώνει / θα φιμώσει | θα φιμώνουμε / θα φιμώσουμε | θα φιμώνετε / θα φιμώσετε | θα φιμώνουν / θα φιμώνουνε / θα φιμώσουν / θα φιμώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φιμώσει | έχεις φιμώσει | έχει φιμώσει | έχουμε φιμώσει | έχετε φιμώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φιμώσει | είχες φιμώσει | είχε φιμώσει | είχαμε φιμώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φιμώσει / να φιμώνω / να φιμώσω | να έχεις φιμώσει / να φιμώνεις / να φιμώσεις | να έχει φιμώσει / να φιμώνει / να φιμώσει | να έχουμε φιμώσει / να φιμώνουμε / να φιμώσουμε | να έχετε φιμώσει / να φιμώνετε / να φιμώσετε | να φιμώνουν / να φιμώνουνε / να φιμώσουν / να φιμώσουνε |
| Προστακτική | — | φίμωνε / φίμωσε | — | — | φιμώνετε / φιμώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →