φαγέδαινα
•
- ιατρικήσαρκοφάγο έλκος ή πληγή με στοιχεία κακοήθειας, η οποία οφειλόταν πιθανόν σε καρκίνο, έρπητα, σύφιλη ή γάγγραινα και η οποία επεκτεινόταν διαβρώνοντας τους γύρω ιστούς Βικιλεξικό
- η φαγέδαινα στη γυναίκα, ήταν συχνή αιτία διαζυγίου στο Βυζάντιο
- μεταφορικάοτιδήποτε εξαπλωνόταν και ήταν καταστροφικό Βικιλεξικό
- Ἡ αὐλή ἐστὶ τὸ μέγα κέντρον τῶν δεινῶν ἡμῶν, ἡ μεγάλη φαγέδαινα, ἡ διαχέουσα τοὺς καταστρεπτικοὺς αὑτῆς χυμοὺς εἰς τὸ σῶμα τῆς κοινωνίας. (Κλέων Ραγκαβής)
Ετυμολογία
φαγέδαινα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φαγέδαινα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φαγέδαινα | φαγέδαινες |
| Γενική | φαγέδαινας | φαγεδαινών |
| Αιτιατική | φαγέδαινα | φαγέδαινες |
| Κλητική | φαγέδαινα | φαγέδαινες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →