φαγεδαινικός
•
- σχετικός με τη φαγέδαινα ή ασθένεια με έλκη, πληγές που προσομοιάζει στη συμπτωματολογία με της φαγέδαινας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαγεδαινικός < φαγέδαινα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαγεδαινικός | φαγεδαινική | φαγεδαινικό |
| Γενική | φαγεδαινικού | φαγεδαινικής | φαγεδαινικού |
| Αιτιατική | φαγεδαινικό | φαγεδαινική | φαγεδαινικό |
| Κλητική | φαγεδαινικέ | φαγεδαινική | φαγεδαινικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαγεδαινικοί | φαγεδαινικές | φαγεδαινικά |
| Γενική | φαγεδαινικών | φαγεδαινικών | φαγεδαινικών |
| Αιτιατική | φαγεδαινικούς | φαγεδαινικές | φαγεδαινικά |
| Κλητική | φαγεδαινικοί | φαγεδαινικές | φαγεδαινικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →