Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαγεδαινικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη φαγέδαινα ή ασθένεια με έλκη, πληγές που προσομοιάζει στη συμπτωματολογία με της φαγέδαινας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φαγεδαινικός < φαγέδαινα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαγεδαινικόςφαγεδαινικήφαγεδαινικό
Γενικήφαγεδαινικούφαγεδαινικήςφαγεδαινικού
Αιτιατικήφαγεδαινικόφαγεδαινικήφαγεδαινικό
Κλητικήφαγεδαινικέφαγεδαινικήφαγεδαινικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαγεδαινικοίφαγεδαινικέςφαγεδαινικά
Γενικήφαγεδαινικώνφαγεδαινικώνφαγεδαινικών
Αιτιατικήφαγεδαινικούςφαγεδαινικέςφαγεδαινικά
Κλητικήφαγεδαινικοίφαγεδαινικέςφαγεδαινικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →