φαγανός
•
- που τρώει με όρεξη και πολύ Βικιλεξικό
- Είναι φαγανό παιδάκι. Δε μας δυσκόλεψε ποτέ στο φαΐ του.
Ετυμολογία
φαγανός < θέμα φαγ- (όπως στον αόριστα έφαγα του τρώω) + -ανός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαγανός | φαγανή | φαγανό |
| Γενική | φαγανού | φαγανής | φαγανού |
| Αιτιατική | φαγανό | φαγανή | φαγανό |
| Κλητική | φαγανέ | φαγανή | φαγανό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαγανοί | φαγανές | φαγανά |
| Γενική | φαγανών | φαγανών | φαγανών |
| Αιτιατική | φαγανούς | φαγανές | φαγανά |
| Κλητική | φαγανοί | φαγανές | φαγανά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →