φαγητό
•
- η τροφή, το φαΐ Βικιλεξικό
- είδος τροφής Βικιλεξικό
- ποιο φαγητό σού αρέσει;
- το πρόχειρο φαγητό είναι η απόδοση του όρου fast food
- η ενέργεια του τρώω, το γεύμα Βικιλεξικό
- τον καλέσαμε το βράδυ για φαγητό
- συνεκδοχικάη χρονική στιγμή που τρώμε Βικιλεξικό
- μας τηλεφώνησε την ώρα του φαγητού
- μας πέτυχε πάνω στο φαγητό
Ετυμολογία
φαγητό < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική φαγητόν < φαγ- (θέμα του τρώω) + -ητόν
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φαγητό | φαγητά |
| Γενική | φαγητού | φαγητών |
| Αιτιατική | φαγητό | φαγητά |
| Κλητική | φαγητό | φαγητά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →