φαγούρα
•
- ο κνησμός, όταν μας "τρώει" το δέρμα μας, ο ερεθισμός του δέρματος που δημιουργεί την ανάγκη σε κάποιον να ξυθεί Βικιλεξικό
- νιώθω φαγούρα στην πλάτη
- μεταφορικά, η ανυπομονησία, αδημονία για κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαγούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φαγούρα < φαγ- (θέμα του τρώγω) + -ούρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φαγούρα | φαγούρες |
| Γενική | φαγούρας | — |
| Αιτιατική | φαγούρα | φαγούρες |
| Κλητική | φαγούρα | φαγούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →