φαημένος
•
- ο φαγωμένος, αυτός που έχει ήδη φάει Βικιλεξικό
- - Έλα μάνα μου να σε τζιεράσουμεν τίποτε! - Όι, όι, εγιώ είμαι φαημένος!
- μεταφορικάο φθαρμένος, χτυπημένος Βικιλεξικό
- Τα παπούτσια σου εν νάκκον φαημένα, εν τζιαι 'ννα πάεις έτσι τζιαμέ!
Ετυμολογία
φαημένος < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →