Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαημένος

ρήμακυπριακά
•
  1. ο φαγωμένος, αυτός που έχει ήδη φάει Βικιλεξικό
    • - Έλα μάνα μου να σε τζιεράσουμεν τίποτε! - Όι, όι, εγιώ είμαι φαημένος!
  2. μεταφορικάο φθαρμένος, χτυπημένος Βικιλεξικό
    • Τα παπούτσια σου εν νάκκον φαημένα, εν τζιαι 'ννα πάεις έτσι τζιαμέ!

Ετυμολογία

φαημένος < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →