φαγωμένος
•
- που έχει ήδη φάει Βικιλεξικό
- Ευχαριστώ, δεν θα πάρω τίποτα, είμαι φαγωμένος.
- που τον έχουν φάει Βικιλεξικό
- που έχει υποστεί φθορά, φθαρμένος Βικιλεξικό
- Το βιβλίο σου είναι φαγωμένο· δεν προσέχεις καθόλου!
Ετυμολογία
φαγωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τρώω & μετοχή παρακειμένου του ρήματος φαγώνομαι
Άλλοι τύποι
φαγωμέναφαγωμένεφαγωμένεςφαγωμένηφαγωμένηςφαγωμένοφαγωμένοιφαγωμένοςφαγωμένουφαγωμένουςφαγωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →