φακίρης
•
- μουσουλμάνος ασκητής του σουφισμού, ο οποίος έχει απαρνηθεί την κατοχή υλικής περιουσίας και ζει από ελεημοσύνες Βικιλεξικό
- Ινδός ασκητής με αξιοθαύμαστη ικανότητα να ελέγχει το σώμα του μέσω του διαλογισμού και να αγνοεί τον πόνο Βικιλεξικό
- μεταφορικάάτομο με θαυμαστές ικανότητες, θαυματοποιός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φακίρης < αραβική فقير (faqīr, φτωχός) ή τουρκική fakir. Δείτε και τον πληθυντικό فُقَرَاء (fuqarāʾ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φακίρης | φακίρηδες |
| Γενική | φακίρη | φακίρηδων |
| Αιτιατική | φακίρη | φακίρηδες |
| Κλητική | φακίρη | φακίρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →