φαλκιδεύω
•
- υποσκάπτω, υπονομεύω, περιορίζω νόμιμα δικαιώματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαλκιδεύω < (ελληνιστική κοινή) φαλκίδιον, από τον ρωμαϊκό Φαλκίδειο νόμο (lex Falcidia), που θεσπίστηκε από τον ρωμαίο δήμαρχο Falcidius το έτος 714 από κτίσεως Ρώμης (40 π.Χ). Ο νόμος προέβλεπε πως κάποιος μπορούσε να διαθέσει τα τρία τέταρτα της περιουσίας του όπως επιθυμούσε αλλά το ένα τέταρτο θα έπρεπε να το δώσει στους κληρονόμους του.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φαλκιδεύω | φαλκιδεύεις | φαλκιδεύει | φαλκιδεύουμε | — | — |
| Παρατατικός | φαλκίδευα | φαλκίδευες | φαλκίδευε | φαλκιδεύαμε | — | — |
| Αόριστος | φαλκίδευσα / φαλκίδεψα | φαλκίδευσες | φαλκίδευσε | φαλκιδεύσαμε | φαλκιδεύσατε | φαλκίδευσαν / φαλκιδεύσαν / φαλκιδεύσανε |
| Μέλλοντας | θα φαλκιδεύσω / θα φαλκιδεύω | θα φαλκιδεύεις / θα φαλκιδεύσεις | θα φαλκιδεύει / θα φαλκιδεύσει | θα φαλκιδεύουμε / θα φαλκιδεύσουμε | θα φαλκιδεύσετε | θα φαλκιδεύσουν / θα φαλκιδεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φαλκιδεύσει | έχεις φαλκιδεύσει | έχει φαλκιδεύσει | έχουμε φαλκιδεύσει | έχετε φαλκιδεύσει | έχουν φαλκιδεύσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα φαλκιδεύσει | είχες φαλκιδεύσει | είχε φαλκιδεύσει | είχαμε φαλκιδεύσει | είχατε φαλκιδεύσει | είχαν φαλκιδεύσει |
| Υποτακτική | να έχω φαλκιδεύσει / να φαλκιδεύσω / να φαλκιδεύω | να έχεις φαλκιδεύσει / να φαλκιδεύεις / να φαλκιδεύσεις | να έχει φαλκιδεύσει / να φαλκιδεύει / να φαλκιδεύσει | να έχουμε φαλκιδεύσει / να φαλκιδεύουμε / να φαλκιδεύσουμε | να έχετε φαλκιδεύσει / να φαλκιδεύσετε | να έχουν φαλκιδεύσει / να φαλκιδεύσουν / να φαλκιδεύσουνε |
| Προστακτική | — | φαλκίδευε / φαλκίδευσε | — | — | φαλκιδεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
φαλκιδεύθηκαφαλκιδεύτηκαφαλκιδεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →